μετακινούμαι
•
- τοποθετούμαι σε μια διαφορετική θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετακινούμαι < παθητική φωνή του ρήματος μετακινώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετακινούμαι | μετακινείσαι | μετακινείται | μετακινούμαστε | μετακινείστε | μετακινούνται |
| Παρατατικός | μετακινούμουν | μετακινούσουν | μετακινούνταν | μετακινούμασταν / μετακινούμαστε | μετακινούσασταν / μετακινούσαστε | μετακινούνταν |
| Αόριστος | μετακινήθηκα | μετακινήθηκες | μετακινήθηκε | μετακινηθήκαμε | μετακινηθήκατε | μετακινήθηκαν / μετακινηθήκαν / μετακινηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα μετακινηθώ / θα μετακινούμαι | θα μετακινείσαι / θα μετακινηθείς | θα μετακινείται / θα μετακινηθεί | θα μετακινηθούμε / θα μετακινούμαστε | θα μετακινείστε / θα μετακινηθείτε | θα μετακινηθούν / θα μετακινηθούνε / θα μετακινούνται |
| Παρακείμενος | έχω μετακινηθεί | έχεις μετακινηθεί | έχει μετακινηθεί | έχουμε μετακινηθεί | έχετε μετακινηθεί | έχουν μετακινηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετακινηθεί | είχες μετακινηθεί | είχε μετακινηθεί | είχαμε μετακινηθεί | είχατε μετακινηθεί | είχαν μετακινηθεί |
| Υποτακτική | να έχω μετακινηθεί / να μετακινηθώ / να μετακινούμαι | να έχεις μετακινηθεί / να μετακινείσαι / να μετακινηθείς | να έχει μετακινηθεί / να μετακινείται / να μετακινηθεί | να έχουμε μετακινηθεί / να μετακινηθούμε / να μετακινούμαστε | να έχετε μετακινηθεί / να μετακινείστε / να μετακινηθείτε | να έχουν μετακινηθεί / να μετακινηθούν / να μετακινηθούνε / να μετακινούνται |
| Προστακτική | — | μετακινήσου | — | — | μετακινείστε / μετακινηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →