Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετακίνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αλλαγή από μία θέση σε άλλη Βικιλεξικό
    • η μετακίνηση των ψηφοφόρων προς άλλα κόμματα...
  2. η μετάβαση από έναν τόπο σε άλλον Βικιλεξικό
    • μετ' εμποδίων οι μετακινήσεις με τον Ηλεκτρικό...

Ετυμολογία

μετακίνηση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετακίνησημετακινήσεις
Γενικήμετακίνησηςμετακινήσεων
Αιτιατικήμετακίνησημετακινήσεις
Κλητικήμετακίνησημετακινήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →