μετακινώ
•
- τοποθετώ σε διαφορετική θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετακινώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετακινῶ, συνηρημένου τύπου του μετακινέω. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + κινώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετακινώ | μετακινείς | μετακινεί | μετακινούμε | μετακινείτε | μετακινούν / μετακινούνε |
| Παρατατικός | μετακινούσα | μετακινούσες | μετακινούσε | μετακινούσαμε | μετακινούσατε | μετακινούσαν / μετακινούσανε |
| Αόριστος | μετακίνησα | μετακίνησες | μετακίνησε | μετακινήσαμε | μετακινήσατε | μετακίνησαν / μετακινήσαν / μετακινήσανε |
| Μέλλοντας | θα μετακινήσω / θα μετακινώ | θα μετακινήσεις / θα μετακινείς | θα μετακινήσει / θα μετακινεί | θα μετακινήσουμε / θα μετακινούμε | θα μετακινήσετε / θα μετακινείτε | θα μετακινήσουν / θα μετακινήσουνε / θα μετακινούν / θα μετακινούνε |
| Παρακείμενος | έχω μετακινήσει | έχεις μετακινήσει | έχει μετακινήσει | έχουμε μετακινήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετακινήσει | είχες μετακινήσει | είχε μετακινήσει | είχαμε μετακινήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετακινήσει / να μετακινήσω / να μετακινώ | να έχεις μετακινήσει / να μετακινήσεις / να μετακινείς | να έχει μετακινήσει / να μετακινήσει / να μετακινεί | να έχουμε μετακινήσει / να μετακινήσουμε / να μετακινούμε | να μετακινήσετε / να μετακινείτε | να μετακινήσουν / να μετακινήσουνε / να μετακινούν / να μετακινούνε |
| Προστακτική | — | μετακίνησε | — | — | μετακινήστε / μετακινείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μετακινήθηκαμετακινούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →