Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετακινώ

/me.ta.ciˈno/ρήμα
•
  1. τοποθετώ σε διαφορετική θέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετακινώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετακινῶ, συνηρημένου τύπου του μετακινέω. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + κινώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετακινώμετακινείςμετακινείμετακινούμεμετακινείτεμετακινούν / μετακινούνε
Παρατατικόςμετακινούσαμετακινούσεςμετακινούσεμετακινούσαμεμετακινούσατεμετακινούσαν / μετακινούσανε
Αόριστοςμετακίνησαμετακίνησεςμετακίνησεμετακινήσαμεμετακινήσατεμετακίνησαν / μετακινήσαν / μετακινήσανε
Μέλλονταςθα μετακινήσω / θα μετακινώθα μετακινήσεις / θα μετακινείςθα μετακινήσει / θα μετακινείθα μετακινήσουμε / θα μετακινούμεθα μετακινήσετε / θα μετακινείτεθα μετακινήσουν / θα μετακινήσουνε / θα μετακινούν / θα μετακινούνε
Παρακείμενοςέχω μετακινήσειέχεις μετακινήσειέχει μετακινήσειέχουμε μετακινήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μετακινήσειείχες μετακινήσειείχε μετακινήσειείχαμε μετακινήσει——
Υποτακτικήνα έχω μετακινήσει / να μετακινήσω / να μετακινώνα έχεις μετακινήσει / να μετακινήσεις / να μετακινείςνα έχει μετακινήσει / να μετακινήσει / να μετακινείνα έχουμε μετακινήσει / να μετακινήσουμε / να μετακινούμενα μετακινήσετε / να μετακινείτενα μετακινήσουν / να μετακινήσουνε / να μετακινούν / να μετακινούνε
Προστακτική—μετακίνησε——μετακινήστε / μετακινείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μετακινήθηκαμετακινούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →