μεταλλόφωνο
•
- μουσικό όργανογενική ονομασία για κρουστά μουσικά όργανα, με μεταλλικές πλάκες ίδιου πλάτους και πάχους αλλά διαφορετικού μήκους, που παράγουν φθόγγους με τη χρήση μπαγκετών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταλλόφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική métallophone < αρχαία ελληνική μέταλλον + φωνή (-φωνο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταλλόφωνο | μεταλλόφωνα |
| Γενική | μεταλλοφώνου / μεταλλόφωνου | μεταλλοφώνων |
| Αιτιατική | μεταλλόφωνο | μεταλλόφωνα |
| Κλητική | μεταλλόφωνο | μεταλλόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →