Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταλυκειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά εκπαιδευτική βαθμίδα μετά το λύκειο Βικιλεξικό
  2. που γίνεται ή συμβαίνει σε χρονική στιγμή μετά από τη φοίτηση στο λύκειο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταλυκειακός < μετα- + λυκειακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταλυκειακόςμεταλυκειακήμεταλυκειακό
Γενικήμεταλυκειακούμεταλυκειακήςμεταλυκειακού
Αιτιατικήμεταλυκειακόμεταλυκειακήμεταλυκειακό
Κλητικήμεταλυκειακέμεταλυκειακήμεταλυκειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταλυκειακοίμεταλυκειακέςμεταλυκειακά
Γενικήμεταλυκειακώνμεταλυκειακώνμεταλυκειακών
Αιτιατικήμεταλυκειακούςμεταλυκειακέςμεταλυκειακά
Κλητικήμεταλυκειακοίμεταλυκειακέςμεταλυκειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →