προλυκειακός
•
- που αφορά εκπαιδευτική βαθμίδα πριν από το λύκειο Βικιλεξικό
- Σήμερα είχαμε μια πάρα πολύ καλή συνεργασία με τον υπουργό (…) και τους δυο υφυπουργούς, για να κοιτάξουμε όλα τα θέματα που αφορούν την τουριστική εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, από το προλυκειακό μέχρι και το ανώτερο επίπεδο αλλά βεβαίως και για το τι γίνεται στις Ανώτατες Σχολές Τουρισμού και πώς αυτές θα μπορέσουν να αποκτήσουν μεγαλύτερη εξωστρέφεια. (www.gnto.gov.gr, 30.07.2014)
- που γίνεται ή συμβαίνει σε χρονική στιγμή πριν από τη φοίτηση στο λύκειο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προλυκειακός < προ- + λυκειακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προλυκειακός | προλυκειακή | προλυκειακό |
| Γενική | προλυκειακού | προλυκειακής | προλυκειακού |
| Αιτιατική | προλυκειακό | προλυκειακή | προλυκειακό |
| Κλητική | προλυκειακέ | προλυκειακή | προλυκειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προλυκειακοί | προλυκειακές | προλυκειακά |
| Γενική | προλυκειακών | προλυκειακών | προλυκειακών |
| Αιτιατική | προλυκειακούς | προλυκειακές | προλυκειακά |
| Κλητική | προλυκειακοί | προλυκειακές | προλυκειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →