Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταμοντέρνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αμφισβητεί τις σύγχρονες συνήθειες, θεωρίες και πρακτικές και αναζητά κάτι καινούργιο Βικιλεξικό
    • Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

μεταμοντέρνος < μετα- + μοντέρνος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική postmodern)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταμοντέρνοςμεταμοντέρναμεταμοντέρνο
Γενικήμεταμοντέρνουμεταμοντέρναςμεταμοντέρνου
Αιτιατικήμεταμοντέρνομεταμοντέρναμεταμοντέρνο
Κλητικήμεταμοντέρνεμεταμοντέρναμεταμοντέρνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταμοντέρνοιμεταμοντέρνεςμεταμοντέρνα
Γενικήμεταμοντέρνωνμεταμοντέρνωνμεταμοντέρνων
Αιτιατικήμεταμοντέρνουςμεταμοντέρνεςμεταμοντέρνα
Κλητικήμεταμοντέρνοιμεταμοντέρνεςμεταμοντέρνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →