μοντέρνος
•
- που έχει τα χαρακτηριστικά του παρόντος, που τείνει προς το σύγχρονο και την καινοτομία και που αποφεύγει την παράδοση Βικιλεξικό
- Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)
- για ανθρώπουςπου έχει σύγχρονες αντιλήψεις και υιοθετεί τις τάσεις της εποχής του Βικιλεξικό
- Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- ειδικότεραπου παρακολουθεί τη μόδα κι ακολουθεί το ρεύμα του συρμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοντέρνος < (άμεσο δάνειο) ιταλική moderno < λατινική modernus < modus (μέτρο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *med-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μοντέρνος | μοντέρνα | μοντέρνο |
| Γενική | μοντέρνου | μοντέρνας | μοντέρνου |
| Αιτιατική | μοντέρνο | μοντέρνα | μοντέρνο |
| Κλητική | μοντέρνε | μοντέρνα | μοντέρνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μοντέρνοι | μοντέρνες | μοντέρνα |
| Γενική | μοντέρνων | μοντέρνων | μοντέρνων |
| Αιτιατική | μοντέρνους | μοντέρνες | μοντέρνα |
| Κλητική | μοντέρνοι | μοντέρνες | μοντέρνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →