Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοντέρνος

/moˈdeɾ.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τα χαρακτηριστικά του παρόντος, που τείνει προς το σύγχρονο και την καινοτομία και που αποφεύγει την παράδοση Βικιλεξικό
    • Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)
  2. για ανθρώπουςπου έχει σύγχρονες αντιλήψεις και υιοθετεί τις τάσεις της εποχής του Βικιλεξικό
    • Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  3. ειδικότεραπου παρακολουθεί τη μόδα κι ακολουθεί το ρεύμα του συρμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοντέρνος < (άμεσο δάνειο) ιταλική moderno < λατινική modernus < modus (μέτρο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *med-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοντέρνοςμοντέρναμοντέρνο
Γενικήμοντέρνουμοντέρναςμοντέρνου
Αιτιατικήμοντέρνομοντέρναμοντέρνο
Κλητικήμοντέρνεμοντέρναμοντέρνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοντέρνοιμοντέρνεςμοντέρνα
Γενικήμοντέρνωνμοντέρνωνμοντέρνων
Αιτιατικήμοντέρνουςμοντέρνεςμοντέρνα
Κλητικήμοντέρνοιμοντέρνεςμοντέρνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →