μεταμφίεση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταμφιέζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταμφίεση < μεταμφιέ(ζω) + ση όπως μεσαιωνική ελληνική μεταμφίεσις / μεταμφίασις < μεταμφιέζω < (ελληνιστική κοινή) < μεταμφιέννυμι / μεταμφιεννύω < μετά + αρχαία ελληνική ἀμφιέννυμι / ἀμφιεννύω < ἀμφί + ἕννυμι / ἑννύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταμφίεση | μεταμφιέσεις |
| Γενική | μεταμφίεσης | μεταμφιέσεων |
| Αιτιατική | μεταμφίεση | μεταμφιέσεις |
| Κλητική | μεταμφίεση | μεταμφιέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →