Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταξένιος

/me.taˈkse.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος από μετάξι Βικιλεξικό
    • καὶ οἱ μπόλιες μεταξένιες καὶ τὰ πιᾶτα φιρφιρένια , τὰ κουτάλια ἀσημένια, τὰ περούνια ἀτσαλένια, τὰ μαχαίρια μεταλλένια, τὰ ποτήρια κρουσταλλένια καὶ τὰ χέρια ποῦ τὴ στρώνουν μαργαριταρένια (Εὐστ . Γ . Πολίτου , Ο γάμος ἐν Λευκάδι, σελ. 317 στο Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Α΄, τύποις Σακελλαρίου, 1909 https://www.google.gr/books/edition/Laographia/ES4wAQAAMAAJ?hl=en&gbpv=1)
    • άλλες μορφές: μεταξωτός, μετάξινος
  2. που μοιάζει με μετάξι, είναι απαλός, ελαφρύς, λαμπερός σαν μετάξι Βικιλεξικό
    • παιδάκι με τα μεταξένια του μαλλάκια

Ετυμολογία

μεταξένιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεταξένιος < μετάξ(ι) + -ένιος < ελληνιστική κοινή μέταξα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταξένιοςμεταξένιαμεταξένιο
Γενικήμεταξένιουμεταξένιαςμεταξένιου
Αιτιατικήμεταξένιομεταξένιαμεταξένιο
Κλητικήμεταξένιεμεταξένιαμεταξένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταξένιοιμεταξένιεςμεταξένια
Γενικήμεταξένιωνμεταξένιωνμεταξένιων
Αιτιατικήμεταξένιουςμεταξένιεςμεταξένια
Κλητικήμεταξένιοιμεταξένιεςμεταξένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →