μεταξένιος
•
- που είναι φτιαγμένος από μετάξι Βικιλεξικό
- καὶ οἱ μπόλιες μεταξένιες καὶ τὰ πιᾶτα φιρφιρένια , τὰ κουτάλια ἀσημένια, τὰ περούνια ἀτσαλένια, τὰ μαχαίρια μεταλλένια, τὰ ποτήρια κρουσταλλένια καὶ τὰ χέρια ποῦ τὴ στρώνουν μαργαριταρένια (Εὐστ . Γ . Πολίτου , Ο γάμος ἐν Λευκάδι, σελ. 317 στο Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Α΄, τύποις Σακελλαρίου, 1909 https://www.google.gr/books/edition/Laographia/ES4wAQAAMAAJ?hl=en&gbpv=1)
- άλλες μορφές: μεταξωτός, μετάξινος
- που μοιάζει με μετάξι, είναι απαλός, ελαφρύς, λαμπερός σαν μετάξι Βικιλεξικό
- παιδάκι με τα μεταξένια του μαλλάκια
Ετυμολογία
μεταξένιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεταξένιος < μετάξ(ι) + -ένιος < ελληνιστική κοινή μέταξα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξένιος | μεταξένια | μεταξένιο |
| Γενική | μεταξένιου | μεταξένιας | μεταξένιου |
| Αιτιατική | μεταξένιο | μεταξένια | μεταξένιο |
| Κλητική | μεταξένιε | μεταξένια | μεταξένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξένιοι | μεταξένιες | μεταξένια |
| Γενική | μεταξένιων | μεταξένιων | μεταξένιων |
| Αιτιατική | μεταξένιους | μεταξένιες | μεταξένια |
| Κλητική | μεταξένιοι | μεταξένιες | μεταξένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →