μετάξι
•
- ιξώδης ουσία με μεγάλη αντοχή και λεπτή, λεία και απαλή υφή που εκκρίνεται σε ινώδη μορφή από το κουκούλι του μεταξοσκώληκα Βικιλεξικό
- Ακούστηκαν πίσω του γυναίκειες μιλιὲς ' κι ἀχνὸ σουσούρισμα ἀπὸ μετάξι (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, (Ελευτερία ή Θάνατος), [μυθιστόρημα], 1953, εκδ. Ν. Καζαντζάκη, σελ. 34)
- συνεκδοχικάη κλωστή που κατασκευάζεται από το κουκούλι του μεταξοσκώληκα και χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στην υφαντουργία Βικιλεξικό
- η κλωστοϋφαντουργία μας χρησιμοποιεί μετάξι ως πρώτη ύλη
- συνεκδοχικάτο ύφασμα που παράγεται από κλωστή μεταξιού, το μεταξωτό Βικιλεξικό
- το φόρεμά της είναι φτιαγμένο από μετάξι, γι' αυτό γυαλίζει τόσο
- Καθ' ἥν στιγμήν στρώνουν την τάβλα τραγουδοῦσι τὸ ἑξῆς : Μπᾶ Χριστὲ καὶ τί μ' ἀρέσει, τοῦ καλοῦ γαμπροῦ ἡ τάβλα, ποῦ ναι ὄμορφα στρωμένη καὶ καλὰ τραπεζωμένη. Τὰ μεσσάλι' ἀπὸ μετάξι, καὶ στρωμένα μὲ τὴν τάξη, καὶ οἱ μπόλιες μεταξένιες καὶ τὰ πιᾶτα φιρφιρένια. (Ευστ. Γ. Πολίτης, Ο Γάμος εν Λευκάδι, στο Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Α΄, Αθήνα, τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1909, σελ. 317 https://www.google.gr/books/edition/Laographia/NiwMAAAAIAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B1&pg=PA317&printsec=frontcover)
- μεταφορικάκαθετί με απαλή υφή και λάμψη σαν το μετάξι Βικιλεξικό
- δέρμα σαν μετάξι
Ετυμολογία
μετάξι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μετάξιον, υποκοριστικό του μέταξα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάξι | μετάξια |
| Γενική | μεταξιού | μεταξιών |
| Αιτιατική | μετάξι | μετάξια |
| Κλητική | μετάξι | μετάξια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →