Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταξοκλωστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά ή συμβάλλει στην κλώση νημάτων μεταξιού Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένομεταξοκλωστική: η κατασκευή μεταξένιων νημάτων και η σχετική τέχνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταξοκλωστικός < μετάξι + -ο- + κλωστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταξοκλωστικόςμεταξοκλωστικήμεταξοκλωστικό
Γενικήμεταξοκλωστικούμεταξοκλωστικήςμεταξοκλωστικού
Αιτιατικήμεταξοκλωστικόμεταξοκλωστικήμεταξοκλωστικό
Κλητικήμεταξοκλωστικέμεταξοκλωστικήμεταξοκλωστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταξοκλωστικοίμεταξοκλωστικέςμεταξοκλωστικά
Γενικήμεταξοκλωστικώνμεταξοκλωστικώνμεταξοκλωστικών
Αιτιατικήμεταξοκλωστικούςμεταξοκλωστικέςμεταξοκλωστικά
Κλητικήμεταξοκλωστικοίμεταξοκλωστικέςμεταξοκλωστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →