μεταξοκλωστικός
•
- που αφορά ή συμβάλλει στην κλώση νημάτων μεταξιού Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένομεταξοκλωστική: η κατασκευή μεταξένιων νημάτων και η σχετική τέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταξοκλωστικός < μετάξι + -ο- + κλωστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοκλωστικός | μεταξοκλωστική | μεταξοκλωστικό |
| Γενική | μεταξοκλωστικού | μεταξοκλωστικής | μεταξοκλωστικού |
| Αιτιατική | μεταξοκλωστικό | μεταξοκλωστική | μεταξοκλωστικό |
| Κλητική | μεταξοκλωστικέ | μεταξοκλωστική | μεταξοκλωστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοκλωστικοί | μεταξοκλωστικές | μεταξοκλωστικά |
| Γενική | μεταξοκλωστικών | μεταξοκλωστικών | μεταξοκλωστικών |
| Αιτιατική | μεταξοκλωστικούς | μεταξοκλωστικές | μεταξοκλωστικά |
| Κλητική | μεταξοκλωστικοί | μεταξοκλωστικές | μεταξοκλωστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →