μεταξοσκώληκας
•
- εντομολογίαη κάμπια πεταλούδας, η οποία έχει χοντρό, τριχωτό και πτυχωτό σώμα και δεν πετάει, αλλά τρέφεται με φύλλα μουριάς κι από την ουσία που εκκρίνει για να φτιάξει το κουκούλι της παράγεται το μετάξι Βικιλεξικό
- λεπιδόπτερο έντομο, επιστημονική ονομασία είδους: Bombyx mori (Βόμβυξ' της μουριάς)
Ετυμολογία
μεταξοσκώληκας < μέταξ(α) (μετάξι) + -ο- + -σκώληκας (< σκώληξ), λόγια επίδραση στο μεταξοσκούληκο :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1838 (καθαρεύουσα) μεταξοσκώληξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοσκώληκας | μεταξοσκώληκες |
| Γενική | μεταξοσκώληκα | μεταξοσκωλήκων |
| Αιτιατική | μεταξοσκώληκα | μεταξοσκώληκες |
| Κλητική | μεταξοσκώληκα | μεταξοσκώληκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →