Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταξοσκώληκας

/me.ta.ksoˈsko.li.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εντομολογίαη κάμπια πεταλούδας, η οποία έχει χοντρό, τριχωτό και πτυχωτό σώμα και δεν πετάει, αλλά τρέφεται με φύλλα μουριάς κι από την ουσία που εκκρίνει για να φτιάξει το κουκούλι της παράγεται το μετάξι Βικιλεξικό
    • λεπιδόπτερο έντομο, επιστημονική ονομασία είδους: Bombyx mori (Βόμβυξ' της μουριάς)

Ετυμολογία

μεταξοσκώληκας < μέταξ(α) (μετάξι) + -ο- + -σκώληκας (< σκώληξ), λόγια επίδραση στο μεταξοσκούληκο :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1838 (καθαρεύουσα) μεταξοσκώληξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταξοσκώληκαςμεταξοσκώληκες
Γενικήμεταξοσκώληκαμεταξοσκωλήκων
Αιτιατικήμεταξοσκώληκαμεταξοσκώληκες
Κλητικήμεταξοσκώληκαμεταξοσκώληκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →