σηρ
•
- αρχαιοπρεπέςο μεταξοσκώληκας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηρ < ελληνιστική κοινή σήρ / Σῆρες
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
σηρ < ελληνιστική κοινή σήρ / Σῆρες
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →