Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταξωτός

/me.ta.ksoˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που κατασκευάζεται από μετάξι Βικιλεξικό
    • μεταξωτή γραβάτα

Ετυμολογία

μεταξωτός < ελληνιστική κοινή μεταξωτός < μετάξιον / μέταξα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταξωτός / μεταξωτός,μεταξωτήμεταξωτό
Γενικήμεταξωτούμεταξωτήςμεταξωτού
Αιτιατικήμεταξωτόμεταξωτήμεταξωτό
Κλητικήμεταξωτέμεταξωτήμεταξωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταξωτοίμεταξωτέςμεταξωτά
Γενικήμεταξωτώνμεταξωτώνμεταξωτών
Αιτιατικήμεταξωτούςμεταξωτέςμεταξωτά
Κλητικήμεταξωτοίμεταξωτέςμεταξωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →