Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπανδημικός

/me.ta.pan.ði.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου γίνεται ή συμβαίνει μετά από την περίοδο μιας πανδημίας Βικιλεξικό
    • Γνωρίζω πλέον εκ πείρας πως και η μεταπανδημική εποχή θα είναι μια ακόμη περίοδος έκτακτης ανάγκης, αν όχι πραγματικής, πάντως προσομοιωμένης – που είναι πολιτικά και το αποτελεσματικότερο. Η επιδημία είναι μια ακόμη πολιτική έννοια που προετοιμάζει το νέο έδαφος της παγκόσμιας πολιτικής. Μία διαίρεση, ένας εμφύλιος παγκόσμιος πόλεμος. (*)

Ετυμολογία

μεταπανδημικός < μετα- + πανδημικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπανδημικόςμεταπανδημικήμεταπανδημικό
Γενικήμεταπανδημικούμεταπανδημικήςμεταπανδημικού
Αιτιατικήμεταπανδημικόμεταπανδημικήμεταπανδημικό
Κλητικήμεταπανδημικέμεταπανδημικήμεταπανδημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπανδημικοίμεταπανδημικέςμεταπανδημικά
Γενικήμεταπανδημικώνμεταπανδημικώνμεταπανδημικών
Αιτιατικήμεταπανδημικούςμεταπανδημικέςμεταπανδημικά
Κλητικήμεταπανδημικοίμεταπανδημικέςμεταπανδημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →