προπανδημικός
•
- νεολογισμόςπου γίνεται ή συμβαίνει πριν από την περίοδο μιας πανδημίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπανδημικός < προ- + πανδημικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπανδημικός | προπανδημική | προπανδημικό |
| Γενική | προπανδημικού | προπανδημικής | προπανδημικού |
| Αιτιατική | προπανδημικό | προπανδημική | προπανδημικό |
| Κλητική | προπανδημικέ | προπανδημική | προπανδημικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπανδημικοί | προπανδημικές | προπανδημικά |
| Γενική | προπανδημικών | προπανδημικών | προπανδημικών |
| Αιτιατική | προπανδημικούς | προπανδημικές | προπανδημικά |
| Κλητική | προπανδημικοί | προπανδημικές | προπανδημικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →