Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπανδημικός

/pɾo.pan.ði.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου γίνεται ή συμβαίνει πριν από την περίοδο μιας πανδημίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προπανδημικός < προ- + πανδημικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπανδημικόςπροπανδημικήπροπανδημικό
Γενικήπροπανδημικούπροπανδημικήςπροπανδημικού
Αιτιατικήπροπανδημικόπροπανδημικήπροπανδημικό
Κλητικήπροπανδημικέπροπανδημικήπροπανδημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπανδημικοίπροπανδημικέςπροπανδημικά
Γενικήπροπανδημικώνπροπανδημικώνπροπανδημικών
Αιτιατικήπροπανδημικούςπροπανδημικέςπροπανδημικά
Κλητικήπροπανδημικοίπροπανδημικέςπροπανδημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →