μεταπηδώ
•
- εγκαταλείπω μια ομάδα ή παράταξη και εντάσσομαι σε άλλη (αντίπαλη) Βικιλεξικό
- μετατοπίζομαι από ένα μέρος σε άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταπηδώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταπηδῶ, συνηρημένος τύπος του μεταπηδάω < μετα- + αρχαία ελληνική πηδάω / πηδῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταπηδάω / μεταπηδώ | μεταπηδάς | μεταπηδά / μεταπηδάει | μεταπηδάμε / μεταπηδούμε | μεταπηδάτε | μεταπηδάν / μεταπηδάνε / μεταπηδούν / μεταπηδούνε |
| Παρατατικός | μεταπηδούσα | μεταπηδούσες | μεταπηδούσε | μεταπηδούσαμε | μεταπηδούσατε | μεταπηδούσαν / μεταπηδούσανε |
| Αόριστος | μεταπήδησα | μεταπήδησες | μεταπήδησε | μεταπηδήσαμε | μεταπηδήσατε | μεταπήδησαν / μεταπηδήσαν / μεταπηδήσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταπηδάω / θα μεταπηδήσω / θα μεταπηδώ | θα μεταπηδάς / θα μεταπηδήσεις | θα μεταπηδά / θα μεταπηδάει / θα μεταπηδήσει | θα μεταπηδάμε / θα μεταπηδήσουμε / θα μεταπηδούμε | θα μεταπηδάτε / θα μεταπηδήσετε | θα μεταπηδάν / θα μεταπηδάνε / θα μεταπηδήσουν / θα μεταπηδήσουνε / θα μεταπηδούν / θα μεταπηδούνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταπηδήσει | έχεις μεταπηδήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταπηδήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταπηδήσει / να μεταπηδάω / να μεταπηδήσω / να μεταπηδώ | να έχεις μεταπηδήσει / να μεταπηδάς / να μεταπηδήσεις | να μεταπηδά / να μεταπηδάει / να μεταπηδήσει | να μεταπηδάμε / να μεταπηδήσουμε / να μεταπηδούμε | να μεταπηδάτε / να μεταπηδήσετε | να μεταπηδάν / να μεταπηδάνε / να μεταπηδήσουν / να μεταπηδήσουνε / να μεταπηδούν / να μεταπηδούνε |
| Προστακτική | — | μεταπήδα / μεταπήδαγε / μεταπήδησε | — | — | μεταπηδάτε / μεταπηδήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →