Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπηδώ

/me.ta.piˈðo/ρήμα
•
  1. εγκαταλείπω μια ομάδα ή παράταξη και εντάσσομαι σε άλλη (αντίπαλη) Βικιλεξικό
  2. μετατοπίζομαι από ένα μέρος σε άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταπηδώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταπηδῶ, συνηρημένος τύπος του μεταπηδάω < μετα- + αρχαία ελληνική πηδάω / πηδῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταπηδάω / μεταπηδώμεταπηδάςμεταπηδά / μεταπηδάειμεταπηδάμε / μεταπηδούμεμεταπηδάτεμεταπηδάν / μεταπηδάνε / μεταπηδούν / μεταπηδούνε
Παρατατικόςμεταπηδούσαμεταπηδούσεςμεταπηδούσεμεταπηδούσαμεμεταπηδούσατεμεταπηδούσαν / μεταπηδούσανε
Αόριστοςμεταπήδησαμεταπήδησεςμεταπήδησεμεταπηδήσαμεμεταπηδήσατεμεταπήδησαν / μεταπηδήσαν / μεταπηδήσανε
Μέλλονταςθα μεταπηδάω / θα μεταπηδήσω / θα μεταπηδώθα μεταπηδάς / θα μεταπηδήσειςθα μεταπηδά / θα μεταπηδάει / θα μεταπηδήσειθα μεταπηδάμε / θα μεταπηδήσουμε / θα μεταπηδούμεθα μεταπηδάτε / θα μεταπηδήσετεθα μεταπηδάν / θα μεταπηδάνε / θα μεταπηδήσουν / θα μεταπηδήσουνε / θα μεταπηδούν / θα μεταπηδούνε
Παρακείμενοςέχω μεταπηδήσειέχεις μεταπηδήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα μεταπηδήσει—————
Υποτακτικήνα έχω μεταπηδήσει / να μεταπηδάω / να μεταπηδήσω / να μεταπηδώνα έχεις μεταπηδήσει / να μεταπηδάς / να μεταπηδήσειςνα μεταπηδά / να μεταπηδάει / να μεταπηδήσεινα μεταπηδάμε / να μεταπηδήσουμε / να μεταπηδούμενα μεταπηδάτε / να μεταπηδήσετενα μεταπηδάν / να μεταπηδάνε / να μεταπηδήσουν / να μεταπηδήσουνε / να μεταπηδούν / να μεταπηδούνε
Προστακτική—μεταπήδα / μεταπήδαγε / μεταπήδησε——μεταπηδάτε / μεταπηδήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →