μεταποιώ
•
- επεξεργάζομαι με μηχανικές ή χημικές μεθόδους ένα προϊόν ή γενικά ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
- μετατρέπω ένα ρούχο, πχ το στενεύω ή το φαρδαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταποιώ < αρχαία ελληνική μεταποιέω (μετά + ποιέω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →