Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπολίτευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήβαθιά πολιτική αλλαγή, όπως μεταβολή του πολιτεύματος ή συντάγματος μιας χώρας ή κατά άλλους του τρόπου άσκησης της εξουσίας, εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, χωρίς την προϋπόθεση της πολιτειακής αλλαγής Βικιλεξικό
  2. πολιτικήη επάνοδος στη δημοκρατία στις 24 Ιουλίου 1974 μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών και το χρονικό διάστημα που ακολούθησε Βικιλεξικό
    • αν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το καραμανλικό σχήμα περί «αριστεροχουντισμού» (που καταγγέλθηκε τότε πάνδημα σαν ασύγγνωστη τερατολογία) απέβλεπε κυρίως στον στιγματισμό και την υπονόμευση μιας Αριστεράς που μειοψηφούσε μεν συντριπτικά στο Κοινοβούλιο αλλά κυριαρχούσε αριθμητικά στο πεζοδρόμιο ... (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)

Ετυμολογία

μεταπολίτευση < μετα- + πολιτεύω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταπολίτευσημεταπολιτεύσεις
Γενικήμεταπολίτευσηςμεταπολιτεύσεων
Αιτιατικήμεταπολίτευσημεταπολιτεύσεις
Κλητικήμεταπολίτευσημεταπολιτεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →