Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπολιτευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την μεταπολίτευση, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταπολιτευτικός < μεταπολίτευση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπολιτευτικόςμεταπολιτευτικήμεταπολιτευτικό
Γενικήμεταπολιτευτικούμεταπολιτευτικήςμεταπολιτευτικού
Αιτιατικήμεταπολιτευτικόμεταπολιτευτικήμεταπολιτευτικό
Κλητικήμεταπολιτευτικέμεταπολιτευτικήμεταπολιτευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπολιτευτικοίμεταπολιτευτικέςμεταπολιτευτικά
Γενικήμεταπολιτευτικώνμεταπολιτευτικώνμεταπολιτευτικών
Αιτιατικήμεταπολιτευτικούςμεταπολιτευτικέςμεταπολιτευτικά
Κλητικήμεταπολιτευτικοίμεταπολιτευτικέςμεταπολιτευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →