μεταπολιτευτικός
•
- που έχει σχέση με την μεταπολίτευση, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταπολιτευτικός < μεταπολίτευση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπολιτευτικός | μεταπολιτευτική | μεταπολιτευτικό |
| Γενική | μεταπολιτευτικού | μεταπολιτευτικής | μεταπολιτευτικού |
| Αιτιατική | μεταπολιτευτικό | μεταπολιτευτική | μεταπολιτευτικό |
| Κλητική | μεταπολιτευτικέ | μεταπολιτευτική | μεταπολιτευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπολιτευτικοί | μεταπολιτευτικές | μεταπολιτευτικά |
| Γενική | μεταπολιτευτικών | μεταπολιτευτικών | μεταπολιτευτικών |
| Αιτιατική | μεταπολιτευτικούς | μεταπολιτευτικές | μεταπολιτευτικά |
| Κλητική | μεταπολιτευτικοί | μεταπολιτευτικές | μεταπολιτευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →