μεταπράτης
•
- λόγιοο μεταπωλητής, ο έμπορος που αγοράζει σε χοντρική τιμή και πουλά σε λιανική για την αποκόμιση κέρδους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταπράτης < ελληνιστική κοινή μεταπράτης < μεταπιπράσκω < μετά + αρχαία ελληνική πιπράσκω / πέρνημι < περάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *per- (διαπερνώ, διασχίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπράτης | μεταπράτες |
| Γενική | μεταπράτη | μεταπρατών |
| Αιτιατική | μεταπράτη | μεταπράτες |
| Κλητική | μεταπράτη | μεταπράτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →