Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με τον μεταπράτη και τη μεταπράτηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταπρατικός < μεταπράτης + -ικός < (ελληνιστική κοινή) < μεταπιπράσκω < αρχαία ελληνική πιπράσκω / πέρνημι < περάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *per- (διαπερνώ, διασχίζω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπρατικόςμεταπρατικήμεταπρατικό
Γενικήμεταπρατικούμεταπρατικήςμεταπρατικού
Αιτιατικήμεταπρατικόμεταπρατικήμεταπρατικό
Κλητικήμεταπρατικέμεταπρατικήμεταπρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπρατικοίμεταπρατικέςμεταπρατικά
Γενικήμεταπρατικώνμεταπρατικώνμεταπρατικών
Αιτιατικήμεταπρατικούςμεταπρατικέςμεταπρατικά
Κλητικήμεταπρατικοίμεταπρατικέςμεταπρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →