Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπωλώ

ρήμα
•
  1. πουλάω κάτι που το έχω αγοράσει γι’ αυτό τον σκοπό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταπωλώ < ελληνιστική κοινή μεταπωλέω / μεταπωλῶ < αρχαία ελληνική μετά + πωλέω / πωλῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταπωλώμεταπωλείςμεταπωλείμεταπωλούμεμεταπωλείτεμεταπωλούν / μεταπωλούνε
Παρατατικόςμεταπωλούσαμεταπωλούσεςμεταπωλούσεμεταπωλούσαμεμεταπωλούσατεμεταπωλούσαν / μεταπωλούσανε
Αόριστοςμεταπώλησαμεταπώλησεςμεταπώλησεμεταπωλήσαμεμεταπωλήσατεμεταπωλήσαν / μεταπωλήσανε / μεταπώλησαν
Μέλλονταςθα μεταπωλήσω / θα μεταπωλώθα μεταπωλήσεις / θα μεταπωλείςθα μεταπωλήσει / θα μεταπωλείθα μεταπωλήσουμε / θα μεταπωλούμεθα μεταπωλήσετε / θα μεταπωλείτεθα μεταπωλήσουν / θα μεταπωλήσουνε / θα μεταπωλούν / θα μεταπωλούνε
Παρακείμενοςέχω μεταπωλήσειέχεις μεταπωλήσειέχει μεταπωλήσειέχουμε μεταπωλήσειέχετε μεταπωλήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μεταπωλήσειείχες μεταπωλήσειείχε μεταπωλήσειείχαμε μεταπωλήσει——
Υποτακτικήνα έχω μεταπωλήσει / να μεταπωλήσω / να μεταπωλώνα έχεις μεταπωλήσει / να μεταπωλήσεις / να μεταπωλείςνα έχει μεταπωλήσει / να μεταπωλήσει / να μεταπωλείνα έχουμε μεταπωλήσει / να μεταπωλήσουμε / να μεταπωλούμενα έχετε μεταπωλήσει / να μεταπωλήσετε / να μεταπωλείτενα μεταπωλήσουν / να μεταπωλήσουνε / να μεταπωλούν / να μεταπωλούνε
Προστακτική—μεταπώλει / μεταπώλησε——μεταπωλήστε / μεταπωλείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →