μεταπωλώ
•
- πουλάω κάτι που το έχω αγοράσει γι’ αυτό τον σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταπωλώ < ελληνιστική κοινή μεταπωλέω / μεταπωλῶ < αρχαία ελληνική μετά + πωλέω / πωλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταπωλώ | μεταπωλείς | μεταπωλεί | μεταπωλούμε | μεταπωλείτε | μεταπωλούν / μεταπωλούνε |
| Παρατατικός | μεταπωλούσα | μεταπωλούσες | μεταπωλούσε | μεταπωλούσαμε | μεταπωλούσατε | μεταπωλούσαν / μεταπωλούσανε |
| Αόριστος | μεταπώλησα | μεταπώλησες | μεταπώλησε | μεταπωλήσαμε | μεταπωλήσατε | μεταπωλήσαν / μεταπωλήσανε / μεταπώλησαν |
| Μέλλοντας | θα μεταπωλήσω / θα μεταπωλώ | θα μεταπωλήσεις / θα μεταπωλείς | θα μεταπωλήσει / θα μεταπωλεί | θα μεταπωλήσουμε / θα μεταπωλούμε | θα μεταπωλήσετε / θα μεταπωλείτε | θα μεταπωλήσουν / θα μεταπωλήσουνε / θα μεταπωλούν / θα μεταπωλούνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταπωλήσει | έχεις μεταπωλήσει | έχει μεταπωλήσει | έχουμε μεταπωλήσει | έχετε μεταπωλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταπωλήσει | είχες μεταπωλήσει | είχε μεταπωλήσει | είχαμε μεταπωλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταπωλήσει / να μεταπωλήσω / να μεταπωλώ | να έχεις μεταπωλήσει / να μεταπωλήσεις / να μεταπωλείς | να έχει μεταπωλήσει / να μεταπωλήσει / να μεταπωλεί | να έχουμε μεταπωλήσει / να μεταπωλήσουμε / να μεταπωλούμε | να έχετε μεταπωλήσει / να μεταπωλήσετε / να μεταπωλείτε | να μεταπωλήσουν / να μεταπωλήσουνε / να μεταπωλούν / να μεταπωλούνε |
| Προστακτική | — | μεταπώλει / μεταπώλησε | — | — | μεταπωλήστε / μεταπωλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →