μεταπώληση
•
- η πώληση ενος αντικείμενου που προηγουμένως έχει αγορασθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταπώληση < (καθαρεύουσα) μεταπώλησις < μεταπωλώ + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπώληση | μεταπωλήσεις |
| Γενική | μεταπώλησης | μεταπωλήσεων |
| Αιτιατική | μεταπώληση | μεταπωλήσεις |
| Κλητική | μεταπώληση | μεταπωλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →