μεταρρυθμίζω
•
- κάνω μεταρρυθμίσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταρρυθμίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεταρρυθμίζω < μετα- + ῥυθμίζω < ῥυθμός, → δείτε ρρ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταρρυθμίζω | μεταρρυθμίζεις | μεταρρυθμίζει | μεταρρυθμίζουμε | μεταρρυθμίζετε | μεταρρυθμίζουν / μεταρρυθμίζουνε |
| Παρατατικός | μεταρρύθμιζα | μεταρρύθμιζες | μεταρρύθμιζε | μεταρρυθμίζαμε | μεταρρυθμίζατε | μεταρρυθμίζαν / μεταρρυθμίζανε / μεταρρύθμιζαν |
| Αόριστος | μεταρρύθμισα | μεταρρύθμισες | μεταρρύθμισε | μεταρρυθμίσαμε | μεταρρυθμίσατε | μεταρρυθμίσαν / μεταρρυθμίσανε / μεταρρύθμισαν |
| Μέλλοντας | θα μεταρρυθμίζω / θα μεταρρυθμίσω | θα μεταρρυθμίζεις / θα μεταρρυθμίσεις | θα μεταρρυθμίζει / θα μεταρρυθμίσει | θα μεταρρυθμίζουμε / θα μεταρρυθμίσουμε | θα μεταρρυθμίζετε / θα μεταρρυθμίσετε | θα μεταρρυθμίζουν / θα μεταρρυθμίζουνε / θα μεταρρυθμίσουν / θα μεταρρυθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταρρυθμίσει | έχεις μεταρρυθμίσει | έχει μεταρρυθμίσει | έχουμε μεταρρυθμίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταρρυθμίσει | είχες μεταρρυθμίσει | είχε μεταρρυθμίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταρρυθμίσει / να μεταρρυθμίζω / να μεταρρυθμίσω | να έχεις μεταρρυθμίσει / να μεταρρυθμίζεις / να μεταρρυθμίσεις | να έχει μεταρρυθμίσει / να μεταρρυθμίζει / να μεταρρυθμίσει | να έχουμε μεταρρυθμίσει / να μεταρρυθμίζουμε / να μεταρρυθμίσουμε | να μεταρρυθμίζετε / να μεταρρυθμίσετε | να μεταρρυθμίζουν / να μεταρρυθμίζουνε / να μεταρρυθμίσουν / να μεταρρυθμίσουνε |
| Προστακτική | — | μεταρρύθμιζε / μεταρρύθμισε | — | — | μεταρρυθμίζετε / μεταρρυθμίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεταρρυθμίστηκαμεταρρυθμίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →