μετασχολικός
•
- που έχει σχέση με την περίοδο μετά από τη φοίτηση σε σχολείο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετασχολικός < μετα- + σχολικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετασχολικός | μετασχολική | μετασχολικό |
| Γενική | μετασχολικού | μετασχολικής | μετασχολικού |
| Αιτιατική | μετασχολικό | μετασχολική | μετασχολικό |
| Κλητική | μετασχολικέ | μετασχολική | μετασχολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετασχολικοί | μετασχολικές | μετασχολικά |
| Γενική | μετασχολικών | μετασχολικών | μετασχολικών |
| Αιτιατική | μετασχολικούς | μετασχολικές | μετασχολικά |
| Κλητική | μετασχολικοί | μετασχολικές | μετασχολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →