Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετασχολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την περίοδο μετά από τη φοίτηση σε σχολείο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετασχολικός < μετα- + σχολικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετασχολικόςμετασχολικήμετασχολικό
Γενικήμετασχολικούμετασχολικήςμετασχολικού
Αιτιατικήμετασχολικόμετασχολικήμετασχολικό
Κλητικήμετασχολικέμετασχολικήμετασχολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετασχολικοίμετασχολικέςμετασχολικά
Γενικήμετασχολικώνμετασχολικώνμετασχολικών
Αιτιατικήμετασχολικούςμετασχολικέςμετασχολικά
Κλητικήμετασχολικοίμετασχολικέςμετασχολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →