Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσχολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την περίοδο πριν από τη φοίτηση σε σχολείο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσχολικός < προ- + σχολικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσχολικόςπροσχολικήπροσχολικό
Γενικήπροσχολικούπροσχολικήςπροσχολικού
Αιτιατικήπροσχολικόπροσχολικήπροσχολικό
Κλητικήπροσχολικέπροσχολικήπροσχολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσχολικοίπροσχολικέςπροσχολικά
Γενικήπροσχολικώνπροσχολικώνπροσχολικών
Αιτιατικήπροσχολικούςπροσχολικέςπροσχολικά
Κλητικήπροσχολικοίπροσχολικέςπροσχολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →