μετατοπισμός
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετατοπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετατοπισμός < μετατοπίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετατοπισμός | μετατοπισμοί |
| Γενική | μετατοπισμού | μετατοπισμών |
| Αιτιατική | μετατοπισμό | μετατοπισμούς |
| Κλητική | μετατοπισμέ | μετατοπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →