μετατρέπω
•
- αλλάζω κάτι σε κάτι άλλο, το μεταβάλλω Βικιλεξικό
- αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)
Ετυμολογία
μετατρέπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετατρέπω < μετα- + τρέπω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική convertir)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετατρέπω | μετατρέπεις | μετατρέπει | μετατρέπουμε | μετατρέπετε | μετατρέπουν / μετατρέπουνε |
| Παρατατικός | μετέτρεπα | μετέτρεπες | μετέτρεπε | μετατρέπαμε | μετατρέπατε | μετέτρεπαν / μετατρέπαν / μετατρέπανε |
| Αόριστος | μετέτρεψα / μετατράπηκα | μετέτρεψες | μετέτρεψε | μετατρέψαμε | μετατρέψατε | μετέτρεψαν / μετατρέψαν / μετατρέψανε |
| Μέλλοντας | θα μετατρέπω / θα μετατρέψω | θα μετατρέπεις / θα μετατρέψεις | θα μετατρέπει / θα μετατρέψει | θα μετατρέπουμε / θα μετατρέψουμε | θα μετατρέπετε / θα μετατρέψετε | θα μετατρέπουν / θα μετατρέπουνε / θα μετατρέψουν / θα μετατρέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετατρέψει | έχεις μετατρέψει | έχει μετατρέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετατρέψει | είχες μετατρέψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετατρέψει / να μετατρέπω / να μετατρέψω | να έχεις μετατρέψει / να μετατρέπεις / να μετατρέψεις | να έχει μετατρέψει / να μετατρέπει / να μετατρέψει | να μετατρέπουμε / να μετατρέψουμε | να μετατρέπετε / να μετατρέψετε | να μετατρέπουν / να μετατρέπουνε / να μετατρέψουν / να μετατρέψουνε |
| Προστακτική | — | μετάτρεπε / μετάτρεψε | — | — | μετατρέπετε / μετατρέψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μετατρέπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →