Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταφερτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να μεταφερθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταφερτός < μεταφέρω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταφερτόςμεταφερτήμεταφερτό
Γενικήμεταφερτούμεταφερτήςμεταφερτού
Αιτιατικήμεταφερτόμεταφερτήμεταφερτό
Κλητικήμεταφερτέμεταφερτήμεταφερτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταφερτοίμεταφερτέςμεταφερτά
Γενικήμεταφερτώνμεταφερτώνμεταφερτών
Αιτιατικήμεταφερτούςμεταφερτέςμεταφερτά
Κλητικήμεταφερτοίμεταφερτέςμεταφερτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →