Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμετάφερτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν μεταφέρει ή δεν μπορούν να τον μεταφέρουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμετάφερτος < α- + μεταφέρω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετάφερτοςαμετάφερτηαμετάφερτο
Γενικήαμετάφερτουαμετάφερτηςαμετάφερτου
Αιτιατικήαμετάφερτοαμετάφερτηαμετάφερτο
Κλητικήαμετάφερτεαμετάφερτηαμετάφερτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετάφερτοιαμετάφερτεςαμετάφερτα
Γενικήαμετάφερτωναμετάφερτωναμετάφερτων
Αιτιατικήαμετάφερτουςαμετάφερτεςαμετάφερτα
Κλητικήαμετάφερτοιαμετάφερτεςαμετάφερτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →