Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με μεταφορά (πραγμάτων ή ανθρώπων από ένα μέρος σε άλλο) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου έχει σχέση με μεταφορά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένομεταφορικά Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένομεταφορική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταφορικός < αρχαία ελληνική μεταφορικός < μεταφέρω < μετά + φέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταφορικόςμεταφορικήμεταφορικό
Γενικήμεταφορικούμεταφορικήςμεταφορικού
Αιτιατικήμεταφορικόμεταφορικήμεταφορικό
Κλητικήμεταφορικέμεταφορικήμεταφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταφορικοίμεταφορικέςμεταφορικά
Γενικήμεταφορικώνμεταφορικώνμεταφορικών
Αιτιατικήμεταφορικούςμεταφορικέςμεταφορικά
Κλητικήμεταφορικοίμεταφορικέςμεταφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →