μεταφέρω
•
- μετακινώ κάτι ή κάποιον από έναν τόπο σε άλλο ή από ένα σημείο σε άλλο, κυριολεκτικά ή νοερά Βικιλεξικό
- γνωστοποιώ Βικιλεξικό
- δίνω, διαβιβάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιασκευάζω λογοτεχνικό έργο, ώστε να παιχτεί στο θέατρο, κινηματογράφο κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταφέρω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεταφέρω < μετα- + φέρω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταφέρω | μεταφέρεις | μεταφέρει | μεταφέρουμε | μεταφέρετε | μεταφέρουν / μεταφέρουνε |
| Παρατατικός | μετέφερα / μεταφερόμουνα | μετέφερες / μεταφερόσουνα | μετέφερε | μεταφέραμε | μεταφέρατε | μετέφεραν / μεταφέραν / μεταφέρανε |
| Αόριστος | μετέφερα | μετέφερες | μετέφερε | μεταφέραμε | μεταφέρατε | μετέφεραν / μεταφέραν / μεταφέρανε |
| Μέλλοντας | θα μεταφέρω | θα μεταφέρεις | θα μεταφέρει | θα μεταφέρουμε | θα μεταφέρετε | θα μεταφέρουν / θα μεταφέρουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταφέρει | έχεις μεταφέρει | έχει μεταφέρει | έχουμε μεταφέρει | έχετε μεταφέρει | έχουν μεταφέρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταφέρει | είχες μεταφέρει | είχε μεταφέρει | είχαμε μεταφέρει | είχατε μεταφέρει | είχαν μεταφέρει |
| Υποτακτική | να έχω μεταφέρει / να μεταφέρω | να έχεις μεταφέρει / να μεταφέρεις | να έχει μεταφέρει / να μεταφέρει | να έχουμε μεταφέρει / να μεταφέρουμε | να έχετε μεταφέρει / να μεταφέρετε | να έχουν μεταφέρει / να μεταφέρουν / να μεταφέρουνε |
| Προστακτική | — | έχε μεταφερμένο / μετάφερε | — | — | έχετε μεταφερμένο / μεταφέρετε / μεταφέρτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταφέρομαι | μεταφέρεσαι | μεταφέρεται | — | — | — |
| Παρατατικός | μεταφερόμουν | μεταφερόσουν | μεταφερόταν | — | — | — |
| Αόριστος | μεταφέρθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα μεταφέρομαι | θα μεταφέρεσαι | θα μεταφέρεται | — | — | — |
| Υποτακτική | να μεταφέρομαι | να μεταφέρεσαι | να μεταφέρεται | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →