μεταχειρίζομαι
•
- χρησιμοποιώ Βικιλεξικό
- Οι όροι που μεταχειρίστηκα είναι οι πλιότεροι δικοί μου και μερικοί του Ψυχάρη, που έφκολα ξεχωρίζουνται, γιατί εκείνος εδώ κι εκεί έχει πια τυπωμένους τους δικούς του. (Μενέλαος Φιλήντας, Γραμματική της Ρωμαιϊκής γλώσσας, τόμος 1, 1907, σελ. 12 https://www.google.gr/books/edition/%CE%93%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%83_%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CE%B9/ksyEmxhjkTYC?hl=en&gbpv=1&pg=PA12&printsec=frontcover)
- συμπεριφέρομαι κάπως προς κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταχειρίζομαι < αρχαία ελληνική μεταχειρίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος μεταχειρίζω < μετά + χειρίζω < χείρ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταχειρίζομαι | μεταχειρίζεσαι | μεταχειρίζεται | μεταχειριζόμαστε | μεταχειρίζεστε | μεταχειρίζονται |
| Παρατατικός | μεταχειριζόμουν / μεταχειριζόμουνα | μεταχειριζόσουν / μεταχειριζόσουνα | μεταχειριζόταν / μεταχειριζότανε | μεταχειριζόμασταν / μεταχειριζόμαστε | μεταχειριζόσασταν / μεταχειριζόσαστε | μεταχειρίζονταν / μεταχειριζόντουσαν |
| Αόριστος | μεταχειρίστηκα | μεταχειρίστηκες | μεταχειρίστηκε | μεταχειριστήκαμε | μεταχειριστήκατε | μεταχειρίστηκαν / μεταχειριστήκαν / μεταχειριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα μεταχειρίζομαι / θα μεταχειριστώ | θα μεταχειρίζεσαι / θα μεταχειριστείς | θα μεταχειρίζεται / θα μεταχειριστεί | θα μεταχειριζόμαστε / θα μεταχειριστούμε | θα μεταχειρίζεστε / θα μεταχειριστείτε | θα μεταχειρίζονται / θα μεταχειριστούν / θα μεταχειριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταχειριστεί | έχεις μεταχειριστεί | έχει μεταχειριστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταχειριστεί | είχες μεταχειριστεί | είχε μεταχειριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταχειριστεί / να μεταχειρίζομαι / να μεταχειριστώ | να έχεις μεταχειριστεί / να μεταχειρίζεσαι / να μεταχειριστείς | να έχει μεταχειριστεί / να μεταχειρίζεται / να μεταχειριστεί | να μεταχειριζόμαστε / να μεταχειριστούμε | να μεταχειρίζεστε / να μεταχειριστείτε | να μεταχειρίζονται / να μεταχειριστούν / να μεταχειριστούνε |
| Προστακτική | — | μεταχειρίζου / μεταχειρίσου | — | — | μεταχειρίζεστε / μεταχειριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →