Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεκλογικός

/me.te.klo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το χρονικό διάστημα που ακολουθεί μια εκλογική μάχη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεκλογικός < μετ(α)- + εκλογικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεκλογικόςμετεκλογικήμετεκλογικό
Γενικήμετεκλογικούμετεκλογικήςμετεκλογικού
Αιτιατικήμετεκλογικόμετεκλογικήμετεκλογικό
Κλητικήμετεκλογικέμετεκλογικήμετεκλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεκλογικοίμετεκλογικέςμετεκλογικά
Γενικήμετεκλογικώνμετεκλογικώνμετεκλογικών
Αιτιατικήμετεκλογικούςμετεκλογικέςμετεκλογικά
Κλητικήμετεκλογικοίμετεκλογικέςμετεκλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →