μετεκλογικός
•
- σχετικός με το χρονικό διάστημα που ακολουθεί μια εκλογική μάχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεκλογικός < μετ(α)- + εκλογικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεκλογικός | μετεκλογική | μετεκλογικό |
| Γενική | μετεκλογικού | μετεκλογικής | μετεκλογικού |
| Αιτιατική | μετεκλογικό | μετεκλογική | μετεκλογικό |
| Κλητική | μετεκλογικέ | μετεκλογική | μετεκλογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεκλογικοί | μετεκλογικές | μετεκλογικά |
| Γενική | μετεκλογικών | μετεκλογικών | μετεκλογικών |
| Αιτιατική | μετεκλογικούς | μετεκλογικές | μετεκλογικά |
| Κλητική | μετεκλογικοί | μετεκλογικές | μετεκλογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →