Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεκπαιδεύω

/me.tek.peˈðe.vo/ρήμα
•
  1. παρέχω μετεκπαίδευση σε κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεκπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μετεκπαιδεύω. Μορφολογικά αναλύεται σε μετ- + εκπαιδεύω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετεκπαιδεύωμετεκπαιδεύειςμετεκπαιδεύειμετεκπαιδεύουμεμετεκπαιδεύετεμετεκπαιδεύουν / μετεκπαιδεύουνε
Παρατατικόςμετεκπαίδευαμετεκπαίδευεςμετεκπαίδευεμετεκπαιδεύαμεμετεκπαιδεύατεμετεκπαίδευαν / μετεκπαιδεύαν / μετεκπαιδεύανε
Αόριστοςμετεκπαίδευσαμετεκπαίδευσεςμετεκπαίδευσεμετεκπαιδεύσαμεμετεκπαιδεύσατεμετεκπαίδευσαν / μετεκπαιδεύσαν / μετεκπαιδεύσανε
Μέλλονταςθα μετεκπαιδεύσω / θα μετεκπαιδεύωθα μετεκπαιδεύεις / θα μετεκπαιδεύσειςθα μετεκπαιδευτεί / θα μετεκπαιδεύει / θα μετεκπαιδεύσειθα μετεκπαιδεύουμε / θα μετεκπαιδεύσουμεθα μετεκπαιδεύετε / θα μετεκπαιδεύσετεθα μετεκπαιδεύουν / θα μετεκπαιδεύουνε / θα μετεκπαιδεύσουν / θα μετεκπαιδεύσουνε
Παρακείμενοςέχω μετεκπαιδεύσειέχεις μετεκπαιδεύσειέχει μετεκπαιδεύσει———
Υπερσυντέλικοςείχα μετεκπαιδεύσειείχες μετεκπαιδεύσειείχε μετεκπαιδεύσει———
Υποτακτικήνα έχω μετεκπαιδεύσει / να μετεκπαιδεύσω / να μετεκπαιδεύωνα έχεις μετεκπαιδεύσει / να μετεκπαιδεύεις / να μετεκπαιδεύσειςνα έχει μετεκπαιδεύσει / να μετεκπαιδευτεί / να μετεκπαιδεύει / να μετεκπαιδεύσεινα μετεκπαιδεύουμε / να μετεκπαιδεύσουμενα μετεκπαιδεύετε / να μετεκπαιδεύσετενα μετεκπαιδεύουν / να μετεκπαιδεύουνε / να μετεκπαιδεύσουν / να μετεκπαιδεύσουνε
Προστακτική—μετεκπαίδευε / μετεκπαίδευσε——μετεκπαιδεύετε / μετεκπαιδεύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μετεκπαιδεύτηκαμετεκπαιδεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →