μετεκπαιδεύω
•
- παρέχω μετεκπαίδευση σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεκπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μετεκπαιδεύω. Μορφολογικά αναλύεται σε μετ- + εκπαιδεύω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετεκπαιδεύω | μετεκπαιδεύεις | μετεκπαιδεύει | μετεκπαιδεύουμε | μετεκπαιδεύετε | μετεκπαιδεύουν / μετεκπαιδεύουνε |
| Παρατατικός | μετεκπαίδευα | μετεκπαίδευες | μετεκπαίδευε | μετεκπαιδεύαμε | μετεκπαιδεύατε | μετεκπαίδευαν / μετεκπαιδεύαν / μετεκπαιδεύανε |
| Αόριστος | μετεκπαίδευσα | μετεκπαίδευσες | μετεκπαίδευσε | μετεκπαιδεύσαμε | μετεκπαιδεύσατε | μετεκπαίδευσαν / μετεκπαιδεύσαν / μετεκπαιδεύσανε |
| Μέλλοντας | θα μετεκπαιδεύσω / θα μετεκπαιδεύω | θα μετεκπαιδεύεις / θα μετεκπαιδεύσεις | θα μετεκπαιδευτεί / θα μετεκπαιδεύει / θα μετεκπαιδεύσει | θα μετεκπαιδεύουμε / θα μετεκπαιδεύσουμε | θα μετεκπαιδεύετε / θα μετεκπαιδεύσετε | θα μετεκπαιδεύουν / θα μετεκπαιδεύουνε / θα μετεκπαιδεύσουν / θα μετεκπαιδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετεκπαιδεύσει | έχεις μετεκπαιδεύσει | έχει μετεκπαιδεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετεκπαιδεύσει | είχες μετεκπαιδεύσει | είχε μετεκπαιδεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετεκπαιδεύσει / να μετεκπαιδεύσω / να μετεκπαιδεύω | να έχεις μετεκπαιδεύσει / να μετεκπαιδεύεις / να μετεκπαιδεύσεις | να έχει μετεκπαιδεύσει / να μετεκπαιδευτεί / να μετεκπαιδεύει / να μετεκπαιδεύσει | να μετεκπαιδεύουμε / να μετεκπαιδεύσουμε | να μετεκπαιδεύετε / να μετεκπαιδεύσετε | να μετεκπαιδεύουν / να μετεκπαιδεύουνε / να μετεκπαιδεύσουν / να μετεκπαιδεύσουνε |
| Προστακτική | — | μετεκπαίδευε / μετεκπαίδευσε | — | — | μετεκπαιδεύετε / μετεκπαιδεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μετεκπαιδεύτηκαμετεκπαιδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →