Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεκπαίδευση

/me.tekˈpe.ðef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εκπαίδευσηοργανωμένη και ειδική εκπαίδευση (π.χ. μεταπτυχιακές σπουδές) που πραγματοποιείται μετά το πέρας των κανονικών σπουδών ως συμπλήρωμά τους Βικιλεξικό
    • Η μετεκπαίδευση των δασκάλων γινόταν παλαιότερα στο Διδασκαλείο τού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ετυμολογία

μετεκπαίδευση < μετ- + εκπαίδευση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετεκπαίδευσημετεκπαιδεύσεις
Γενικήμετεκπαίδευσηςμετεκπαιδεύσεων
Αιτιατικήμετεκπαίδευσημετεκπαιδεύσεις
Κλητικήμετεκπαίδευσημετεκπαιδεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →