Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεξεταστέος

/me.te.kse.taˈste.os/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκπαίδευσηαυτός που πρόκειται να μετεξεταστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεξεταστέος < μετεξετάζω + -τέος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετεξεταστέα / μετεξεταστέος / μετεξεταστέομετεξεταστέες / μετεξεταστέοι / μετεξεταστέα
Γενικήμετεξεταστέας / μετεξεταστέου / μετεξεταστέουμετεξεταστέων / μετεξεταστέων / μετεξεταστέων
Αιτιατικήμετεξεταστέα / μετεξεταστέο / μετεξεταστέομετεξεταστέες / μετεξεταστέους / μετεξεταστέα
Κλητικήμετεξεταστέα / μετεξεταστέε / μετεξεταστέομετεξεταστέες / μετεξεταστέοι / μετεξεταστέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μετεξεταστέος

/me.te.kse.taˈste.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκπαίδευσηπου αφορά σπουδαστή (μαθητή, φοιτητή κ.λπ.) που δεν πέρασε κάποιο μάθημα και πρέπει να εξεταστεί πάλι, σε άλλη εξεταστική περίοδο, προκειμένου να προαχθεί σε επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεξεταστέος < μετεξετάζω + -τέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεξεταστέοςμετεξεταστέαμετεξεταστέο
Γενικήμετεξεταστέουμετεξεταστέαςμετεξεταστέου
Αιτιατικήμετεξεταστέομετεξεταστέαμετεξεταστέο
Κλητικήμετεξεταστέεμετεξεταστέαμετεξεταστέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεξεταστέοιμετεξεταστέεςμετεξεταστέα
Γενικήμετεξεταστέωνμετεξεταστέωνμετεξεταστέων
Αιτιατικήμετεξεταστέουςμετεξεταστέεςμετεξεταστέα
Κλητικήμετεξεταστέοιμετεξεταστέεςμετεξεταστέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →