Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεφηβικός

/me.te.fi.viˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβαίνει ή γίνεται μετά από την περίοδο της εφηβείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεφηβικός < μετα- + εφηβικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεφηβικόςμετεφηβικήμετεφηβικό
Γενικήμετεφηβικούμετεφηβικήςμετεφηβικού
Αιτιατικήμετεφηβικόμετεφηβικήμετεφηβικό
Κλητικήμετεφηβικέμετεφηβικήμετεφηβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεφηβικοίμετεφηβικέςμετεφηβικά
Γενικήμετεφηβικώνμετεφηβικώνμετεφηβικών
Αιτιατικήμετεφηβικούςμετεφηβικέςμετεφηβικά
Κλητικήμετεφηβικοίμετεφηβικέςμετεφηβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →