μετεωρίζω
•
- λόγιοπροκαλώ αιώρηση σε κάποιο αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεωρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετεωρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετεωρίζω | μετεωρίζεις | μετεωρίζει | μετεωρίζουμε | μετεωρίζετε | μετεωρίζουν / μετεωρίζουνε |
| Παρατατικός | μετεώριζα | μετεώριζες | μετεώριζε | μετεωρίζαμε | μετεωρίζατε | μετεωρίζαν / μετεωρίζανε / μετεώριζαν |
| Αόριστος | μετεώρισα | μετεώρισες | μετεώρισε | μετεωρίσαμε | μετεωρίσατε | μετεωρίσαν / μετεωρίσανε / μετεώρισαν |
| Μέλλοντας | θα μετεωρίζω / θα μετεωρίσω | θα μετεωρίζεις / θα μετεωρίσεις | θα μετεωρίζει / θα μετεωρίσει | θα μετεωρίζουμε / θα μετεωρίσουμε | θα μετεωρίζετε / θα μετεωρίσετε | θα μετεωρίζουν / θα μετεωρίζουνε / θα μετεωρίσουν / θα μετεωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετεωρίσει | έχεις μετεωρίσει | έχει μετεωρίσει | έχουμε μετεωρίσει | έχετε μετεωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετεωρίσει | είχες μετεωρίσει | είχε μετεωρίσει | είχαμε μετεωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετεωρίσει / να μετεωρίζω / να μετεωρίσω | να έχεις μετεωρίσει / να μετεωρίζεις / να μετεωρίσεις | να έχει μετεωρίσει / να μετεωρίζει / να μετεωρίσει | να έχουμε μετεωρίσει / να μετεωρίζουμε / να μετεωρίσουμε | να έχετε μετεωρίσει / να μετεωρίζετε / να μετεωρίσετε | να μετεωρίζουν / να μετεωρίζουνε / να μετεωρίσουν / να μετεωρίσουνε |
| Προστακτική | — | μετεώριζε / μετεώρισε | — | — | μετεωρίζετε / μετεωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →