μετέωρος
•
- που αιωρείται πάνω από το έδαφος, χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση Βικιλεξικό
- Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)
- μεταφορικάπου βρίσκεται σε αβεβαιότητα ή σε αναμονή Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου δεν έχει αποφασίσει ακόμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετέωρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετέωρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετέωρος | μετέωρη | μετέωρο |
| Γενική | μετέωρου | μετέωρης | μετέωρου |
| Αιτιατική | μετέωρο | μετέωρη | μετέωρο |
| Κλητική | μετέωρε | μετέωρη | μετέωρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετέωροι | μετέωρες | μετέωρα |
| Γενική | μετέωρων | μετέωρων | μετέωρων |
| Αιτιατική | μετέωρους | μετέωρες | μετέωρα |
| Κλητική | μετέωροι | μετέωρες | μετέωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →