Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεωρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το μετέωρο ή τον μετεωρίτη ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου έχει σχέση με τα Μετέωρα ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: μετεωρίτικος
  3. που έχει σχέση το νερό που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα με μορφή βροχής / χιονιού / χαλαζιού / νεφών Βικιλεξικό
    • Το νερό των γκέυζερ είναι κατά ένα μέρος μετεωρικό και το άλλο νεαρό, δηλ. μαγματικής προέλευσης, όπως φαίνεται από τις ισοτοπικές συνθέσεις του C14. Μεταφέρει μεγάλες ποσότητες διαλυμένου υλικού, που το αποθέτει στην επιφάνεια σε υψώματα και αναβαθμίδες, το μεν ανθρακικό ως τραβερτίνη, το δε πυριτικό ως γκεϋζερίτη. (Α. Αλεξούλη - Λειβαδίτη, Γεωμορφολογία, Αθήνα, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Μηχανικών Μεταλείων - Μεταλλουργών, 2008, σελ. 82)
    • Συγκεκριμένα τα μετεωρικά υδάτινα κατακρημνίσματα δηλαδή τα νερά της βροχής κατεισδύουν και διηθούνται μέσω των διακλάσεων, ρωγματώσεων, εγκοίλων των ανθρακικών πετρωμάτων (Φωτ. 2,3) που χαρακτηρίζονται ως υδατοπερατά (Επαφές των γεωλογικών σχηματισμών. Παραγωγικές δομές του υπόγειου υδάτινου δυναμικού και των Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΟΠΥ), 27 Απριλίου 2018, oryktosploutos.net https://www.oryktosploutos.net/2018/04/blog-post_26-12/)

Ετυμολογία

μετεωρικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική météorique < météore (=μετέωρο) + -ique (=-ικός) # μετεωρικός < Μετέωρα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεωρικόςμετεωρικήμετεωρικό
Γενικήμετεωρικούμετεωρικήςμετεωρικού
Αιτιατικήμετεωρικόμετεωρικήμετεωρικό
Κλητικήμετεωρικέμετεωρικήμετεωρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεωρικοίμετεωρικέςμετεωρικά
Γενικήμετεωρικώνμετεωρικώνμετεωρικών
Αιτιατικήμετεωρικούςμετεωρικέςμετεωρικά
Κλητικήμετεωρικοίμετεωρικέςμετεωρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →