μετεωριτικός
•
- γεωλογίαο σχετικός με μετεωρίτη Βικιλεξικό
- μετεωριτικός κρατήρας, μετεωριτική πτώση, μετεωριτικό υλικό
- που σχετίζεται με τα Μετέωρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεωριτικός < :* (για τη γεωλογία ) μετεωρίτης + -ικός :* (για τα Μετέωρα) < Μετεωρίτ(ης) + ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεωριτικός | μετεωριτική | μετεωριτικό |
| Γενική | μετεωριτικού | μετεωριτικής | μετεωριτικού |
| Αιτιατική | μετεωριτικό | μετεωριτική | μετεωριτικό |
| Κλητική | μετεωριτικέ | μετεωριτική | μετεωριτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεωριτικοί | μετεωριτικές | μετεωριτικά |
| Γενική | μετεωριτικών | μετεωριτικών | μετεωριτικών |
| Αιτιατική | μετεωριτικούς | μετεωριτικές | μετεωριτικά |
| Κλητική | μετεωριτικοί | μετεωριτικές | μετεωριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →