Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεωριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαο σχετικός με μετεωρίτη Βικιλεξικό
    • μετεωριτικός κρατήρας, μετεωριτική πτώση, μετεωριτικό υλικό
  2. που σχετίζεται με τα Μετέωρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεωριτικός < :* (για τη γεωλογία ) μετεωρίτης + -ικός :* (για τα Μετέωρα) < Μετεωρίτ(ης) + ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεωριτικόςμετεωριτικήμετεωριτικό
Γενικήμετεωριτικούμετεωριτικήςμετεωριτικού
Αιτιατικήμετεωριτικόμετεωριτικήμετεωριτικό
Κλητικήμετεωριτικέμετεωριτικήμετεωριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεωριτικοίμετεωριτικέςμετεωριτικά
Γενικήμετεωριτικώνμετεωριτικώνμετεωριτικών
Αιτιατικήμετεωριτικούςμετεωριτικέςμετεωριτικά
Κλητικήμετεωριτικοίμετεωριτικέςμετεωριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μετεωρίτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατάγεται, προέρχεται, αναφέρεται ή έχει σχέση με τα Μετέωρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεωρίτικος < Μετέωρα + -ίτικος ή Μετεωρίτης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεωρίτικοςμετεωρίτικημετεωρίτικο
Γενικήμετεωρίτικουμετεωρίτικηςμετεωρίτικου
Αιτιατικήμετεωρίτικομετεωρίτικημετεωρίτικο
Κλητικήμετεωρίτικεμετεωρίτικημετεωρίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεωρίτικοιμετεωρίτικεςμετεωρίτικα
Γενικήμετεωρίτικωνμετεωρίτικωνμετεωρίτικων
Αιτιατικήμετεωρίτικουςμετεωρίτικεςμετεωρίτικα
Κλητικήμετεωρίτικοιμετεωρίτικεςμετεωρίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →