μετουσίωση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετουσιώνω Βικιλεξικό
- χημείαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετουσιώνω Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετουσιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετουσίωση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μετουσίωσις < μετουσιώνω < μετά + ουσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετουσίωση | μετουσιώσεις |
| Γενική | μετουσίωσης | μετουσιώσεων |
| Αιτιατική | μετουσίωση | μετουσιώσεις |
| Κλητική | μετουσίωση | μετουσιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →