μετουσιώνω
•
- μεταβάλλω την ουσία ενός πράγματος, αλλάζω την υπόστασή του Βικιλεξικό
- μεταφορικάπραγματοποιώ, κάνω πράξη Βικιλεξικό
- μετουσιώνω τις ιδέες σε πράξεις, τη θεωρία σε πράξη
- χριστιανισμόςμετατρέπω τον άρτο και το οίνο της Θείας Ευχαριστίας σε σώμα και αίμα Χριστού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετουσιώνω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μετουσι(ῶ) + -ώνω < μετ(ά) + αρχαία ελληνική οὐσία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετουσιώνω | μετουσιώνεις | μετουσιώνει | μετουσιώνουμε | μετουσιώνετε | μετουσιώνουν / μετουσιώνουνε |
| Παρατατικός | μετουσίωνα | μετουσίωνες | μετουσίωνε | μετουσιώναμε | μετουσιώνατε | μετουσίωναν / μετουσιώναν / μετουσιώνανε |
| Αόριστος | μετουσίωσα | μετουσίωσες | μετουσίωσε | μετουσιώσαμε | μετουσιώσατε | μετουσίωσαν / μετουσιώσαν / μετουσιώσανε |
| Μέλλοντας | θα μετουσιώνω / θα μετουσιώσω | θα μετουσιώνεις / θα μετουσιώσεις | θα μετουσιώνει / θα μετουσιώσει | θα μετουσιώνουμε / θα μετουσιώσουμε | θα μετουσιώνετε / θα μετουσιώσετε | θα μετουσιώνουν / θα μετουσιώνουνε / θα μετουσιώσουν / θα μετουσιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετουσιώσει | έχεις μετουσιώσει | έχει μετουσιώσει | έχουμε μετουσιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετουσιώσει | είχες μετουσιώσει | είχε μετουσιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετουσιώσει / να μετουσιώνω / να μετουσιώσω | να έχεις μετουσιώσει / να μετουσιώνεις / να μετουσιώσεις | να έχει μετουσιώσει / να μετουσιώνει / να μετουσιώσει | να έχουμε μετουσιώσει / να μετουσιώνουμε / να μετουσιώσουμε | να μετουσιώνετε / να μετουσιώσετε | να μετουσιώνουν / να μετουσιώνουνε / να μετουσιώσουν / να μετουσιώσουνε |
| Προστακτική | — | μετουσίωνε / μετουσίωσε | — | — | μετουσιώνετε / μετουσιώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μετουσιώθηκαμετουσιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →