Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετουσιωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με τη μετουσίωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετουσιωτικός < μετουσιώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετουσιωτικόςμετουσιωτικήμετουσιωτικό
Γενικήμετουσιωτικούμετουσιωτικήςμετουσιωτικού
Αιτιατικήμετουσιωτικόμετουσιωτικήμετουσιωτικό
Κλητικήμετουσιωτικέμετουσιωτικήμετουσιωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετουσιωτικοίμετουσιωτικέςμετουσιωτικά
Γενικήμετουσιωτικώνμετουσιωτικώνμετουσιωτικών
Αιτιατικήμετουσιωτικούςμετουσιωτικέςμετουσιωτικά
Κλητικήμετουσιωτικοίμετουσιωτικέςμετουσιωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →