Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετοχάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάποιος που κατοικεί κι εργάζεται σε μετόχι μονής Βικιλεξικό
  2. μοναχός που είναι υπεύθυνος για τα μετόχια του μοναστηριού του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετοχάρης < μετόχι + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετοχάρηςμετοχάρηδες
Γενικήμετοχάρημετοχάρηδων
Αιτιατικήμετοχάρημετοχάρηδες
Κλητικήμετοχάρημετοχάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →