μετοχάρης
•
- κάποιος που κατοικεί κι εργάζεται σε μετόχι μονής Βικιλεξικό
- μοναχός που είναι υπεύθυνος για τα μετόχια του μοναστηριού του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετοχάρης < μετόχι + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετοχάρης | μετοχάρηδες |
| Γενική | μετοχάρη | μετοχάρηδων |
| Αιτιατική | μετοχάρη | μετοχάρηδες |
| Κλητική | μετοχάρη | μετοχάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →