μετόχι
•
- θρησκείακτήμα, οίκημα ή ναός που ανήκει σε μοναστήρι και βρίσκεται έξω από την κυρίως περιοχή του Βικιλεξικό
- Στην Οθωμανική περίοδο οι σουλτάνοι προχώρησαν σε μεγάλες κατασχέσεις και εκποιήσεις της μοναστηριακής περιουσίας και οι σύγχρονοι ιστορικοί ανακαλύπτουν όλο και συχνότερα ότι τα ίδια μετόχια άλλαζαν γεωγραφική θέση από αιώνα σε αιώνα και επισημαίνουν ότι η ρευστότητα της νομοθεσίας και της οθωμανικής διοίκησης ώθησε τους καλόγερους να μάθουν από νωρίς τους αμείλικτους κανόνες τού real estate. (www.tovima.gr, 25.11.2008)
Ετυμολογία
μετόχι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μετόχιον/μετόχιν, υποκοριστικό αρχαία ελληνική μετοχή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετόχι | μετόχια |
| Γενική | μετοχιού | μετοχιών |
| Αιτιατική | μετόχι | μετόχια |
| Κλητική | μετόχι | μετόχια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →