μετρημένος
•
- που τον έχουν μετρήσει Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόολιγάριθμος, μικρό πλήθος Βικιλεξικό
- Είναι βαριά άρρωστος, κι οι μέρες του μετρημένες.
- που τον έχουν σκεφτεί από πριν καλά, υπολογισμένος Βικιλεξικό
- Τα λόγια σου να είναι λίγα και μετρημένα!
- χωρίς πολλές ανέσεις ή υπερβολές Βικιλεξικό
- Πέρασε με το μισθό του μια μετρημένη ζωή.
Ετυμολογία
μετρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μετράω / μετρώ
Άλλοι τύποι
μετρημέναμετρημένεμετρημένεςμετρημένημετρημένηςμετρημένομετρημένοιμετρημένοςμετρημένουμετρημένουςμετρημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →